Τη δεκαετία του 1930, στον απόηχο της μεγαλύτερης μέχρι πρόσφατα οικονομικής κρίσης, οι λαοί της Ευρώπης στήριξαν σχεδόν ομοθυμαδόν συντηρητικές και ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Εκτός από τον ήδη εδραιωμένο φασισμό στην Ιταλία, οι Γερμανοί ανέβαζαν τους Ναζί στην εξουσία, στην Ισπανία επικρατούσε ο Φράνκο, στην Ελλάδα ήρθε ο Μεταξάς, σ' όλη την Κεντρική Ευρώπη φασιστικά ή φασίζοντα κόμματα ανέβαιναν στην εξουσία. Μόνο στη Γαλλία η κυβέρνηση του Μετώπου μπόρεσε να αναχαιτίσει τη φασιστική επέλαση.
Τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών δείχνουν ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλίμονο, όχι σαν φάρσα. Μεσούσης της οικονομικής κρίσης, με ένα σωρό επιχειρήσεις να βάζουν λουκέτο και την ανεργία να καλπάζει οι Ευρωπαίοι κάνουν ό,τι κι οι παππούδες τους. Τα συντηρητικά κόμματα κυριαρχούν, η ακροδεξιά μπαίνει δυναμικά στη σκηνή, οι σοσιαλδημοκράτες καταποντίζονται, η αριστερά παραπαίει. Το μόνο παρήγορο σε σχέση με τη δεκαετία του '30 στοιχείο είναι ότι Χίτλερ δεν φαίνεται στον ορίζοντα - ακόμη.
Θα περίμενε κανείς – η αριστερά σίγουρα - ότι η οικονομική κρίση, η αύξηση της ανεργίας, η αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας, θα ενίσχυε τις δυνάμεις της αριστεράς. Ή έστω της σοσιαλδημοκρατίας. Στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού η οικονομική κρίση έφερε μια μικρή επανάσταση – για τα αμερικανικά πάντα δεδομένα: έναν μαύρο πρόεδρο και ένα πολιτικό πρόγραμμα ρήξεων και τομών με το σύστημα που είχαν εγκαθιδρύσει οι υπερσυντηρητικοί του Μπους. Αν και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα το πρόγραμμα του Ομπάμα ούτε σοσιαλδημοκρατικό δεν θα μπορούσες να το πεις, για τους υπερσυντηρητικούς Αμερικανούς φάνταζε σχεδόν σοσιαλιστικό! Τηρουμένων των αναλογιών θα μπορούσε να πεις κανείς ότι η «επανάσταση» που ευαγγελίζεται ο Ομπάμα είναι το new deal του σήμερα. Η Ευρώπη ούτε από μακρυά δεν ακολούθησε.
Είναι λογικό να περιμένει κανείς ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να εμπνεύσει το παραμικρό. Από την εποχή που στο ιδεολογικό επίπεδο κυριάρχησε ο νεολιμπεραλισμός και κατέρρευσε ο ανύπαρκτος σοσιαλισμός η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία διατήρησε μεν το όνομα της σοσιαλδημοκρατίας αλλά πέταξε εντελώς το περιεχόμενο της. Η κυβερνητική συνεργασία Χριστιανοδημοκρατών – Σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία ήταν το γεγονός που έδιωξε και την τελευταία αμφιβολία για την πλήρη υποταγή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στο καπιταλιστική ορθοδοξία. Το προφανές γεγονός ότι το όνομα διατηρήθηκε για εμπορικούς και μόνον λόγους οι Ευρωπαίοι το κατάλαβαν γρήγορα. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα καταποντίστηκαν γιατί οι Ευρωπαίοι δεν είχαν κανένα λόγο να προτιμήσουν ιμιτασιόν εμπόρευμα.
Η Αριστερά στην Ευρώπη ποτέ δεν είχε σπουδαία δύναμη, εκτός από την Ιταλία και τη Γαλλία. Α, και στην Ελλάδα. Ιστορικά λοιπόν δεν είναι περίεργο που η ευρωπαϊκή αριστερά παραμένει στα χαμηλά ποσοστά της. Περίεργο είναι που δεν μπορεί να ενισχυθεί στο μέσον μια μεγάλης οικονομικής κρίσης, όταν δηλαδή οι αντικειμενικές συνθήκες δείχνουν να την ευνοούν. Δυστυχώς για την αριστερά εκτός από τις αντικειμενικές υπάρχουν και οι υποκειμενικές συνθήκες – κι αυτές κάθε άλλο παρά ευνοϊκές είναι.
Ένας παράγοντας είναι η ίδια η Αριστερά. Αφ' ενός ο κατακερματισμός της σε κόμματα, αποκόμματα, ομαδούλες και γκρουπούσκουλα την αποξένωσε από πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνικής βάσης όπου απευθυνόταν. Αφ' ετέρου δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει με συνέπεια και να ερμηνεύσει με στοιχειώδη θεωρητική επάρκεια την κατάρρευση του ανύπαρκτου σοσιαλισμού και να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για «μια στρατηγική νίκη του καπιταλισμού» [1]. Και τρίτον και σπουδαιότερο, στάθηκε τραγικά ανεπαρκής να αντιμετωπίσει σε θεωρητικό επίπεδο την πλήρη ιδεολογική κυριαρχία του νεολιμπεραλισμού και να σταθεί απέναντί του σαν αντίπαλος ιδεολογικός πόλος. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η ευρωπαϊκή αριστερά να βρεθεί ιδεολογικά γυμνή όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση – η ad nauseam επανάληψη της, σωστής μεν, θέσης ότι για την κρίση φταίει ο καπιταλισμός, αλλά χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη θέσεων επί του πρακτέου πιστοποιούν ακριβώς την ιδεολογική και θεωρητική γύμνια.
Ο άλλος υποκειμενικός παράγοντας, και ενδεχομένως σπουδαιότερος, είναι οι ίδιοι οι λαοί της Ευρώπης. Και εξηγούμαι. Ακόμη και τη δεκαετία του '30, που τόσο η επαναστατική αριστερά όσο κι η σοσιαλδημοκρατία, δεν έπασχαν από τις ασθένειες του παρόντος, αντίθετα, θα έλεγε κανείς ότι στην Ευρώπη φυσούσε επαναστατικός άνεμος, παρ' όλ' αυτά οι Ευρωπαίοι στράφηκαν στη δεξιά, και μάλιστα σ' αυτήν με το ειδεχθέστερο πρόσωπο. Οι παράγοντες που έστρεψαν τότε τους Ευρωπαίους προς τα δεξιά, οι ίδιοι τους έστρεψαν και τώρα. Η Αριστερά, ακόμη και η ρεφορμιστική, προτάσσει την ανάγκη ρήξεων και τομών με τη καθεστηκυία τάξη. Οι ρήξεις και οι τομές ωστόσο, ακόμη και οι πλέον ανώδυνες, προϋποθέτουν κάποιας μορφής ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας.
Ο κορμός ωστόσο της Ευρωπαϊκής κοινωνίας, η «σιωπηλή πλειοψηφία» της, συγκροτείται από συχνά ετερόκλητα μικροαστικά στρώματα, από αυτό που λέμε «μεσαίο χώρο». Πρόκειται για κοινωνικά στρώματα που απεχθάνονται τις ρήξεις και τις τομές, που είναι κατά βάθος βαθιά συντηρητικά. Είναι λάθος να νομίζει κανείς ότι ο «μεσαίος χώρος» αντιπαθεί τα άκρα. Τα μικροαστικά στρώματα αντιπαθούν πρώτ' απ' όλα κάθε τι που απειλεί την βολή τους – επομένως είναι τα πλέον ακατάλληλα να στηρίζουν τομές και ρήξεις. Δεδομένου ότι τα Ευρωπαϊκά συντηρητικά κόμματα, ειδικότερα αυτά της Γαλλίας και της Γερμανίας, όπως κι η δική μας «Νέα Δημοκρατία», έχουν έναν ιδιόμορφο πατερναλιστικό χαρακτήρα δεν είναι καθόλου περίεργο που οι Ευρωπαίοι μικροαστοί, εν μέσω οικονομικής κρίσης, στράφηκαν στη στοργική αγκαλιά των συντηρητικών κομμάτων και στην ασφάλεια που επαγγέλλεται η ακροδεξιά. Στο δίλημμα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα που μας θύμισε ο Γ. Α. Παπανδρέου προκαλώντας οργή στην Δεξιά και θυμηδία στην Αριστερά οι Ευρωπαίοι πολίτες ψήφισαν Βαρβαρότητα - όχι επειδή ως κατάσταση είναι προτιμότερη αλλά επειδή είναι οικεία.
Αλλά και η άνοδος των λεγομένων Οικολογικών - Πράσινων κομμάτων είααι απόλυτα συμβατή με τη συντηρητική στάση του Ευρωπαϊκού κοινωνικού κορμού. Αν και τα κόμματα αυτά έχουν ριζοσπαστικές καταβολές, η πολιτική τους σήμερα είναι αποσπασματική και καθαρά τεχνοκρατική. Δεν είναι η οικολογία που διαπερνά ως αντίληψη την πολιτική τους, είναι ένα υποσύνολο πολιτικής που εστιάζει σε οικολογικά ζητήματα, μια αντίληψη τεχνικής φύσης για τα οικολογικά ζητήματα, μια πολιτική χωρίς πολιτική. Τα Οικολογικά - Πράσινα κόμματα της Ευρώπης θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι επιστημονικά επιμελητήρια. Η ύπαρξή τους εξυπηρετεί μια καθαρά καταναλωτική αντίληψη του οικολογικού ζητήματος (η ευαισθησία για το περιβάλλον καταναλίσκεται σαν οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα) γι' αυτό και δηλώνουν έτοιμα για κάθε είδους κυβερνητική συνεργασία. Τα «πράσινα» κόμματα είναι η μοντέρνα σάλτσα που θέλει να κάνει την κλασσική πολιτική κουζίνα περισσότερο ελκυστική.
Παρ' όλ' αυτά, ο «μεσαίος χώρος» δεν είναι τελειωμένη υπόθεση για την ευρωπαϊκή αριστερά. Αν σήμερα τα ευρωπαϊκά μικροαστικά στρώματα επιλέγουν τρομαγμένα την ασφάλεια της κατεστημένης τάξης, αυτό δεν σημαίνει ότι η αναπόφευκτη αποδιάρθρωση αυτού του ετερόκλητου «μεσαίου χώρου» που προκαλεί ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και επιταχύνεται από την οικονομική κρίση δεν θα οδηγήσει κάποια από αυτά τα στρώματα τουλάχιστον, τα λιγότερο παραδοσιακά και περισσότερο δυναμικά, σε ριζοσπαστικοποίηση [2]. Το ζήτημα είναι αν τότε η ευρωπαϊκή αριστερά θα βρίσκεται εκεί.
Οι Ευρωπαϊκές τάσεις που αναδείχτηκαν στις Ευρωεκλογές ισχύουν στο ακέραιο και για την Ελλάδα παρά την επικράτηση του κατ' όνομα σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ. Οι ειδικές συνθήκες που έφεραν το ΠΑΣΟΚ στην πρώτη θέση είναι αφ' ενός ο ωκεανός της σκανδαλολογίας, που παρ' όλ' αυτά δεν έπνιξε την ΝΔ, και το πελατειακό πολιτικό σύστημα που δένει τον ψηφοφόρο με το κόμμα όχι στη βάση του ταξικού συμφέροντος αλλά στη βάση του εντελώς προσωπικού συμφέροντος. Είναι λοιπόν η προσδοκία προσωπικού ωφέλους που έφερε το ΠΑΣΟΚ στην πρώτη θέση, προσδοκία που για τον τυπικό Ευρωπαίο ψηφοφόρο είναι απλώς αδιανόητη. Οι δυνάμεις που κατέγραψαν τα υπόλοιπα κόμματα αλλά και το ύψος της αποχής απλώς ακολούθησαν την ευρωπαϊκή πεπατημένη.
Θα σταθώ ιδιαίτερα στην περίπτωση του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ είναι μια περίπτωση εντελώς sui generis αν όχι παγκοσμίως, τουλάχιστον στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι το μόνο πρώην φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό κόμμα που διατηρεί μια υπολογίσιμη δύναμη σε εκλογικό και κοινωνικό επίπεδο, ενώ τα στελέχη του έχουν κάθε λόγο να χαίρονται με τα αποτελέσματα των ευροεκλογών αφού παρά τη συρίκνωση της δύναμη του κόμματος είδαν το μεγαλύτερο εχθρό του ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ, να μένει πολύ μακρυά από τους ούτως ή άλλως πολύ υψηλούς στόχους του. Η δύναμη όμως του ΚΚΕ δεν οφείλεται στη ριζοσπαστικότητά του αλλά στον βαθύ συντηρητισμό του.
Το ΚΚΕ έχει επιλέξει το δρόμο της περιχαράκωσης και του σεχταρισμού ενώ αρνείται ακόμη και την κοινή δράση με τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς αν δεν έχει 100% το πάνω χέρι και τον πλήρη έλεγχο. Δεν είναι τυχαίο ότι «κατά τη διάρκεια του νεολαιίστικου ξεσπάσματος του Δεκέμβρη, εκδήλωσε έντονα συντηρητικά χαρακτηριστικά θέτοντας σε αμφισβήτηση τον όποιο μέχρι σήμερα ριζοσπαστικό του χαρακτήρα» [3], λαμβάνοντας μάλιστα και εύσημα από τον κ. Καρατζαφέρη για τη στάση του αυτή [4]. Η εμμονή του στη λογική της «προδοσίας» του κινήματος, η απουσία κάθε είδους αυτοκριτικής, η πατριωτική στα όρια του εθνικισμού ρητορική βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τον νεοελληνικό μικροαστικό επαρχιωτισμό από τον οποία αντλεί ουσιαστικά τη δύναμή του. Σήμερα θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ΚΚΕ λειτουργεί σαν ανάχωμα σε μια δεξιόστροφη πολιτική έκφραση της κοινωνίας, αύριο όμως θα είναι ένα μεγάλο εμπόδιο στη ριζοσπαστικοποίησή της.