Ανάληψη ευθύνης

Την ευθύνη για την έκρηξη που σημειώθηκε τα ξημερώματα της 7 Ιουλίου σε πολυκατοικία στη Θεσσαλονίκη, όπου διαμένει μέλος της «Χρυσής Αυγής», ανέλαβε η οργάνωση «Αντιφασιστικοί Πυρήνες Επίθεσης». Στην είσοδο του κτιρίου είχε τοποθετηθεί αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός.
Από εδώ. Η έμφαση δικιά μου.

Λοιπόν, από 'δώ και πέρα να ζητάμε πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων από τους γείτονές μας μην τυχόν και μας προκύψει κανένα γκαζάκι αδέσποτο. Μπράβο ρε παλληκάρια, αλλά την επόμενη φορά φροντίστε να βομβαρδίσετε ολόκληρο το τετράγωνο.

«Η γειτονία είναι συνενοχή».

Αναρωτιέμαι, οι μαφιόζοι σε τι είναι χειρότεροι από τούτους εδώ; Οι φασίστες σε τι είναι χειρότεροι από τους «αντιφασίστες»;

Σύντροφοι, ή θα τους ξεφορτωθούμε ή θα μας ξεφορτωθούνε.

Να δεις που σε λίγο θα νοσταλγήσω την ένδοξη εποχή των ΚΝΑΤ...

Κριτική του Παραληρηματικού Λόγου

του Κ.Αντ.

Lumpen /ˈlʊm pən/: Γερμανική λέξη που στην απόλυτη κυριολεξία σημαίνει κουρέλι. Ένας μαθητής του Έγελου την χρησιμοποίησε σαν συνθετικό του προλεταριάτου κι έτσι, όχι μόνο έδωσε όνομα στην ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία που έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο για να γίνει αυτοκράτορας ο ανηψιός του Ναπολέοντα, αλλά έκανε την λέξη διεθνώς γνωστή.

Το λούμπεν προλεταριάτο, σύμφωνα με το μαθητή του Έγελου που προτίμησε να γίνει οικονομολόγος αντί για φιλόσοφος, είναι μια ξεχωριστή κοινωνική κατηγορία, πέρα από την εργατική τάξη, που ζει στο περιθώριο του κυρίως ειπείν καπιταλιστικού συστήματος. Δεν πρόκειται συνεπώς για ιδιαίτερη τάξη, αφού ουσιαστικά δεν μετέχει στην πάλη των τάξεων, αλλά για «άρνηση όλων των τάξεων», με τη διαλεκτική έννοια η άρνηση.

Άπαξ και υπάρχει λούμπεν προλεταριάτο είναι λογικό να υποθέσουμε ότι μπορεί να υπάρχει και λούμπεν μπουρζουαζία, λούμπεν αστική τάξη δηλαδή. Και πράγματι, οι θεωρητικοί της Εξάρτησης χρησιμοποίησαν αυτό το νεολογισμό για να περιγράψουν τις κυρίαρχες ελίτ των αποικιών και των νεοαποικιών. Η λούμπεν μπουρζουαζία δεν είναι εθνική αστική τάξη, δεν έχει ταξική συνείδηση, δεν έχει καν σοβαρή οικονομική βάση, η δε ύπαρξή της εξαρτάται άμεσα από την υπερεθνική αστική τάξη της οποίας τα συμφέροντα υπηρετεί. Η «ανακάλυψη» του όρου οφείλεται μάλλον στον Andre Gunder Frank κι όχι φυσικά σε κάτι τριτοκοσμικούς «υπερεπαναστάτες». Θεωρία δεν παράγεις άμα γυρνάς με το κουμπούρι στο χέρι.

Τόσο το λούμπεν προλεταριάτο όσο και η λούμπεν αστική «τάξη» λοιπόν δεν είναι τάξεις με τη μαρξιστική έννοια αφού βρίσκονται έξω από το κυρίαρχο σύστημα της μισθωτής εργασίας. Το λούμπεν προλεταριάτο βρίσκεται στο περιθώριο ενώ η λούμπεν μπουρζουαζία λειτουργεί σαν μεσάζοντας της υπερεθνικής αστικής τάξης. Και τα δυο αυτά στρώματα έχουν ανάλογα χαρακτηριστικά με τους μικροαστούς - δεν ανήκουν ωστόσο στην τάξη των μικροαστών, αν υπάρχει τέτοια.

Οι μικροαστοί, το πολυπληθέστερο στρώμα της κοινωνίας, δεν είναι ομοιογενής τάξη. Ίσως να μην αποτελούσαν καν τάξη με την πολύ αυστηρή έννοια του όρου αν ο Μουσολίνι πρώτα κι ο Χίτλερ μετά δεν εύρισκαν στα ευρύτατα μικροαστικά στρώματα την κοινωνική βάση που αναζητούσαν για τα καθεστώτα τους. Η ετερογένεια των μικροαστών οφείλεται κατά βάση στο ότι υπάρχουν δύο διακριτές μικροαστικές υποτάξεις, η παραδοσιακή και η νέα. Η παραδοσιακή προέρχεται από τα κοινωνικά στρώματα που προϋπήρχαν του καπιταλισμού αλλά που σταδιακά ο επεκτεινόμενος καπιταλισμός τα αποδιαρθρώνει πετώντας του παραδοσιακούς μικροαστούς στον προλεταριακό λάκκο. Η νέα προέρχεται ακριβώς από την ανάπτυξη του καπιταλισμού: είναι η νέα γραφειοκρατία και η λεγόμενη «τεχνοδομή», ο συνεκτικός ιστός που φροντίζει για την καλή λειτουργία του συστήματος.

Είναι προφανές ότι κάθε μικροαστός που σέβεται τον εαυτό του έχει στόχο να «περάσει» στην μεγαλοαστική τάξη, ενώ ο υπέρτατος φόβος του είναι μήπως στην προσπάθειά του αυτή σκοντάψει και πέσει στο λάκκο με τους προλετάριους - που είναι η συνηθέστερη κατάληξη. Η προοπτική του «περάσματος» στην μεγαλοαστική τάξη μπορεί να έχει λίγες πιθανότητες αλλά είναι πραγματική. Χωρίς αυτήν τα μικροαστικά στρώματα, η μικροαστική τάξη θα κατέρρεε σε μια νύχτα και το σύστημα θα έχανε το συνεκτικό ιστό του. Ο φθόνος λοιπόν των μικροαστών για τη μεγαλοαστική τάξη είναι εύλογος, αφού αντιπροσωπεύει το άπιαστο για τους πολλούς (αμερικάνικο) όνειρο, όπως επίσης εύλογη είναι και η αντιπάθεια για τους προλετάριους αφού η τάξη αυτή αντιπροσωπεύει ό,τι με νύχια και με δόντια προσπαθεί να αποφύγει ο κάθε μικροαστός.

Η μικροαστική τάξη λοιπόν μπορεί να κινείται στο περιθώριο της κυρίως ειπείν ταξικής πάλης, πλην όμως περιθώριο δεν είναι. Θέλω να πω ότι οι μικροαστοί είναι σαφώς παραγωγική δύναμη, δεν κινούνται στο περιθώριο όπως το λούμπεν προλεταριάτο κινείται στο περιθώριο της εργασίας και η λούμπεν μπουρζουαζία στο περιθώριο του κεφαλαίου. Η μεγάλη μάζα λοιπόν των καταστηματαρχών, των βιοτεχνών, των εμπόρων, των υπαλληλίσκων μπορεί να αποτελεί ένα συρφετό, αδίστακτο σαν αρπακτικό, που έχει ως στόχο την ανέλιξη του στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και να μοιάσουν στους αφέντες τους, πλην όμως λούμπεν δεν είναι.

Θα μπορούσαν να υπάρχουν λούμπεν μικροαστοί, κατ' αναλογίαν της λούμπεν μπουρζουαζίας και του λούμπεν προλεταριάτου; Αν ναι, τότε σίγουρα θα έπρεπε να είναι στρώματα έξω από τις παραγωγικές δυνάμεις. Θα τα διέκρινε μια αποστροφή προς τον κόσμο της εργασίας και ως προς τις ιδεολογικές αναφορές θα προσέγγιζαν μάλλον τον μικροαστικό κόσμο. Σίγουρα θα τα χαρακτήριζε μια ιδεολογία απαξίωσης για το προλεταριάτο, θα έλεγαν π.χ. ότι το προλεταριάτο και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα δε διαθέτουν καμία συνείδηση παρά μόνο την ακόρεστη επιθυμία για κοινωνική καταξίωση. Το φάσμα της προλεταριοποίησης θα τους ήταν σε μεταφυσικό βαθμό τρομακτικό: οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής σίγουρα δεν σου επιτρέπουν να πράξεις την υποκειμενική σου αλήθεια.

Η μόνη διέξοδος ύπαρξης για τον λούμπεν μικροαστό θα ήταν η άρνηση όχι μόνο των κατεστημένων παραγωγικών σχέσεων αλλά ολόκληρης της κοινωνικής πραγματικότητας. Και η άρνηση αυτή δεν έχει κανένα διαλεκτικό περιεχόμενο: δεν είναι άρνηση που προκαλεί μια νέα, σε άλλο επίπεδο κατάφαση, αλλά μια πλήρης και ολοκληρωτική απόρριψη κάθε κοινωνικής συνθήκης. Ο λούμπεν μικροαστός θα πραγματοποιούσε την υποκειμενική του αλήθεια, την εντελώς προσωπική και απόλυτα ατομικιστική του αλήθεια, χωρίς να πρέπει να υπερασπίσει το όραμα και την ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου που μπορεί να μην έρθει ποτέ. Όλα αυτά μπορεί να οδηγούν σε μια επαναστατική ρητορική και σε μια επαναστατική πραξεολογία, πλην όμως επανάσταση δεν κάνουν σε καμμιά περίπτωση. Η επαναστατική πραξεολογία αυτού του τύπου δεν είναι εργαλείο για τον κόσμο του μέλλοντος αλλά πρόταση ζωής για το σήμερα. Κι αυτή η αντίληψη είναι τόσο αβάσταχτα μικροαστική όσο το μίσος των λούμπεν μικροαστών για την τάξη των μικροαστών και για τις κατεστημένες κοινωνικές συνθήκες γενικότερα.


Τα αποσπάσματα σε πλάγια γράμματα είναι από την προκήρυξη της Σέχτας Επαναστατών μετά το φόνο του αστυνομικού Νεκτάριου Σάββα.

Υ.Γ. Αρκετά πριν οι ...«επαναστάτες» της Σέχτας μιλήσουν για λούμπεν μικροαστική τάξη είχαμε προλάβει να χαρακτηρίσουμε λούμπεν μικροαστούς όλον αυτό το συρφετό των χουλιγκάνων επαναστατών. Χουλιγκάνων, γιατί αν η επαναστατική πραξεολογία είναι πρόταση ζωής κι όχι εργαλείο κοινωνικής ανατροπής, αυτό εμένα σε χουλιγκανισμό μου φέρνει.

Φυλακή

Όπου κλείνει ένα σχολείο ανοίγει μια φυλακή.
Όπου κλείνει μια παιδική χαρά ανοίγει ένα νεκροταφείο.

Κλειδώστε τα παιδιά σας στα διαμερίσματα και στήστε τα μπροστά στο χαζοκούτι. Έξω είναι επικίνδυνα. Κυκλοφορούν φασίστες με πολιτικά...

Δεξιότερα

Τη δεκαετία του 1930, στον απόηχο της μεγαλύτερης μέχρι πρόσφατα οικονομικής κρίσης, οι λαοί της Ευρώπης στήριξαν σχεδόν ομοθυμαδόν συντηρητικές και ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Εκτός από τον ήδη εδραιωμένο φασισμό στην Ιταλία, οι Γερμανοί ανέβαζαν τους Ναζί στην εξουσία, στην Ισπανία επικρατούσε ο Φράνκο, στην Ελλάδα ήρθε ο Μεταξάς, σ' όλη την Κεντρική Ευρώπη φασιστικά ή φασίζοντα κόμματα ανέβαιναν στην εξουσία. Μόνο στη Γαλλία η κυβέρνηση του Μετώπου μπόρεσε να αναχαιτίσει τη φασιστική επέλαση.

Τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών δείχνουν ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλίμονο, όχι σαν φάρσα. Μεσούσης της οικονομικής κρίσης, με ένα σωρό επιχειρήσεις να βάζουν λουκέτο και την ανεργία να καλπάζει οι Ευρωπαίοι κάνουν ό,τι κι οι παππούδες τους. Τα συντηρητικά κόμματα κυριαρχούν, η ακροδεξιά μπαίνει δυναμικά στη σκηνή, οι σοσιαλδημοκράτες καταποντίζονται, η αριστερά παραπαίει. Το μόνο παρήγορο σε σχέση με τη δεκαετία του '30 στοιχείο είναι ότι Χίτλερ δεν φαίνεται στον ορίζοντα - ακόμη.

Θα περίμενε κανείς – η αριστερά σίγουρα - ότι η οικονομική κρίση, η αύξηση της ανεργίας, η αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας, θα ενίσχυε τις δυνάμεις της αριστεράς. Ή έστω της σοσιαλδημοκρατίας. Στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού η οικονομική κρίση έφερε μια μικρή επανάσταση – για τα αμερικανικά πάντα δεδομένα: έναν μαύρο πρόεδρο και ένα πολιτικό πρόγραμμα ρήξεων και τομών με το σύστημα που είχαν εγκαθιδρύσει οι υπερσυντηρητικοί του Μπους. Αν και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα το πρόγραμμα του Ομπάμα ούτε σοσιαλδημοκρατικό δεν θα μπορούσες να το πεις, για τους υπερσυντηρητικούς Αμερικανούς φάνταζε σχεδόν σοσιαλιστικό! Τηρουμένων των αναλογιών θα μπορούσε να πεις κανείς ότι η «επανάσταση» που ευαγγελίζεται ο Ομπάμα είναι το new deal του σήμερα. Η Ευρώπη ούτε από μακρυά δεν ακολούθησε.

Είναι λογικό να περιμένει κανείς ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να εμπνεύσει το παραμικρό. Από την εποχή που στο ιδεολογικό επίπεδο κυριάρχησε ο νεολιμπεραλισμός και κατέρρευσε ο ανύπαρκτος σοσιαλισμός η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία διατήρησε μεν το όνομα της σοσιαλδημοκρατίας αλλά πέταξε εντελώς το περιεχόμενο της. Η κυβερνητική συνεργασία Χριστιανοδημοκρατών – Σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία ήταν το γεγονός που έδιωξε και την τελευταία αμφιβολία για την πλήρη υποταγή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στο καπιταλιστική ορθοδοξία. Το προφανές γεγονός ότι το όνομα διατηρήθηκε για εμπορικούς και μόνον λόγους οι Ευρωπαίοι το κατάλαβαν γρήγορα. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα καταποντίστηκαν γιατί οι Ευρωπαίοι δεν είχαν κανένα λόγο να προτιμήσουν ιμιτασιόν εμπόρευμα.

Η Αριστερά στην Ευρώπη ποτέ δεν είχε σπουδαία δύναμη, εκτός από την Ιταλία και τη Γαλλία. Α, και στην Ελλάδα. Ιστορικά λοιπόν δεν είναι περίεργο που η ευρωπαϊκή αριστερά παραμένει στα χαμηλά ποσοστά της. Περίεργο είναι που δεν μπορεί να ενισχυθεί στο μέσον μια μεγάλης οικονομικής κρίσης, όταν δηλαδή οι αντικειμενικές συνθήκες δείχνουν να την ευνοούν. Δυστυχώς για την αριστερά εκτός από τις αντικειμενικές υπάρχουν και οι υποκειμενικές συνθήκες – κι αυτές κάθε άλλο παρά ευνοϊκές είναι.

Ένας παράγοντας είναι η ίδια η Αριστερά. Αφ' ενός ο κατακερματισμός της σε κόμματα, αποκόμματα, ομαδούλες και γκρουπούσκουλα την αποξένωσε από πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνικής βάσης όπου απευθυνόταν. Αφ' ετέρου δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει με συνέπεια και να ερμηνεύσει με στοιχειώδη θεωρητική επάρκεια την κατάρρευση του ανύπαρκτου σοσιαλισμού και να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για «μια στρατηγική νίκη του καπιταλισμού» [1]. Και τρίτον και σπουδαιότερο, στάθηκε τραγικά ανεπαρκής να αντιμετωπίσει σε θεωρητικό επίπεδο την πλήρη ιδεολογική κυριαρχία του νεολιμπεραλισμού και να σταθεί απέναντί του σαν αντίπαλος ιδεολογικός πόλος. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η ευρωπαϊκή αριστερά να βρεθεί ιδεολογικά γυμνή όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση – η ad nauseam επανάληψη της, σωστής μεν, θέσης ότι για την κρίση φταίει ο καπιταλισμός, αλλά χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη θέσεων επί του πρακτέου πιστοποιούν ακριβώς την ιδεολογική και θεωρητική γύμνια.

Ο άλλος υποκειμενικός παράγοντας, και ενδεχομένως σπουδαιότερος, είναι οι ίδιοι οι λαοί της Ευρώπης. Και εξηγούμαι. Ακόμη και τη δεκαετία του '30, που τόσο η επαναστατική αριστερά όσο κι η σοσιαλδημοκρατία, δεν έπασχαν από τις ασθένειες του παρόντος, αντίθετα, θα έλεγε κανείς ότι στην Ευρώπη φυσούσε επαναστατικός άνεμος, παρ' όλ' αυτά οι Ευρωπαίοι στράφηκαν στη δεξιά, και μάλιστα σ' αυτήν με το ειδεχθέστερο πρόσωπο. Οι παράγοντες που έστρεψαν τότε τους Ευρωπαίους προς τα δεξιά, οι ίδιοι τους έστρεψαν και τώρα. Η Αριστερά, ακόμη και η ρεφορμιστική, προτάσσει την ανάγκη ρήξεων και τομών με τη καθεστηκυία τάξη. Οι ρήξεις και οι τομές ωστόσο, ακόμη και οι πλέον ανώδυνες, προϋποθέτουν κάποιας μορφής ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας.

Ο κορμός ωστόσο της Ευρωπαϊκής κοινωνίας, η «σιωπηλή πλειοψηφία» της, συγκροτείται από συχνά ετερόκλητα μικροαστικά στρώματα, από αυτό που λέμε «μεσαίο χώρο». Πρόκειται για κοινωνικά στρώματα που απεχθάνονται τις ρήξεις και τις τομές, που είναι κατά βάθος βαθιά συντηρητικά. Είναι λάθος να νομίζει κανείς ότι ο «μεσαίος χώρος» αντιπαθεί τα άκρα. Τα μικροαστικά στρώματα αντιπαθούν πρώτ' απ' όλα κάθε τι που απειλεί την βολή τους – επομένως είναι τα πλέον ακατάλληλα να στηρίζουν τομές και ρήξεις. Δεδομένου ότι τα Ευρωπαϊκά συντηρητικά κόμματα, ειδικότερα αυτά της Γαλλίας και της Γερμανίας, όπως κι η δική μας «Νέα Δημοκρατία», έχουν έναν ιδιόμορφο πατερναλιστικό χαρακτήρα δεν είναι καθόλου περίεργο που οι Ευρωπαίοι μικροαστοί, εν μέσω οικονομικής κρίσης, στράφηκαν στη στοργική αγκαλιά των συντηρητικών κομμάτων και στην ασφάλεια που επαγγέλλεται η ακροδεξιά. Στο δίλημμα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα που μας θύμισε ο Γ. Α. Παπανδρέου προκαλώντας οργή στην Δεξιά και θυμηδία στην Αριστερά οι Ευρωπαίοι πολίτες ψήφισαν Βαρβαρότητα - όχι επειδή ως κατάσταση είναι προτιμότερη αλλά επειδή είναι οικεία.

Αλλά και η άνοδος των λεγομένων Οικολογικών - Πράσινων κομμάτων είααι απόλυτα συμβατή με τη συντηρητική στάση του Ευρωπαϊκού κοινωνικού κορμού. Αν και τα κόμματα αυτά έχουν ριζοσπαστικές καταβολές, η πολιτική τους σήμερα είναι αποσπασματική και καθαρά τεχνοκρατική. Δεν είναι η οικολογία που διαπερνά ως αντίληψη την πολιτική τους, είναι ένα υποσύνολο πολιτικής που εστιάζει σε οικολογικά ζητήματα, μια αντίληψη τεχνικής φύσης για τα οικολογικά ζητήματα, μια πολιτική χωρίς πολιτική. Τα Οικολογικά - Πράσινα κόμματα της Ευρώπης θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι επιστημονικά επιμελητήρια. Η ύπαρξή τους εξυπηρετεί μια καθαρά καταναλωτική αντίληψη του οικολογικού ζητήματος (η ευαισθησία για το περιβάλλον καταναλίσκεται σαν οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα) γι' αυτό και δηλώνουν έτοιμα για κάθε είδους κυβερνητική συνεργασία. Τα «πράσινα» κόμματα είναι η μοντέρνα σάλτσα που θέλει να κάνει την κλασσική πολιτική κουζίνα περισσότερο ελκυστική.

Παρ' όλ' αυτά, ο «μεσαίος χώρος» δεν είναι τελειωμένη υπόθεση για την ευρωπαϊκή αριστερά. Αν σήμερα τα ευρωπαϊκά μικροαστικά στρώματα επιλέγουν τρομαγμένα την ασφάλεια της κατεστημένης τάξης, αυτό δεν σημαίνει ότι η αναπόφευκτη αποδιάρθρωση αυτού του ετερόκλητου «μεσαίου χώρου» που προκαλεί ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και επιταχύνεται από την οικονομική κρίση δεν θα οδηγήσει κάποια από αυτά τα στρώματα τουλάχιστον, τα λιγότερο παραδοσιακά και περισσότερο δυναμικά, σε ριζοσπαστικοποίηση [2]. Το ζήτημα είναι αν τότε η ευρωπαϊκή αριστερά θα βρίσκεται εκεί.

Οι Ευρωπαϊκές τάσεις που αναδείχτηκαν στις Ευρωεκλογές ισχύουν στο ακέραιο και για την Ελλάδα παρά την επικράτηση του κατ' όνομα σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ. Οι ειδικές συνθήκες που έφεραν το ΠΑΣΟΚ στην πρώτη θέση είναι αφ' ενός ο ωκεανός της σκανδαλολογίας, που παρ' όλ' αυτά δεν έπνιξε την ΝΔ, και το πελατειακό πολιτικό σύστημα που δένει τον ψηφοφόρο με το κόμμα όχι στη βάση του ταξικού συμφέροντος αλλά στη βάση του εντελώς προσωπικού συμφέροντος. Είναι λοιπόν η προσδοκία προσωπικού ωφέλους που έφερε το ΠΑΣΟΚ στην πρώτη θέση, προσδοκία που για τον τυπικό Ευρωπαίο ψηφοφόρο είναι απλώς αδιανόητη. Οι δυνάμεις που κατέγραψαν τα υπόλοιπα κόμματα αλλά και το ύψος της αποχής απλώς ακολούθησαν την ευρωπαϊκή πεπατημένη.

Θα σταθώ ιδιαίτερα στην περίπτωση του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ είναι μια περίπτωση εντελώς sui generis αν όχι παγκοσμίως, τουλάχιστον στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι το μόνο πρώην φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό κόμμα που διατηρεί μια υπολογίσιμη δύναμη σε εκλογικό και κοινωνικό επίπεδο, ενώ τα στελέχη του έχουν κάθε λόγο να χαίρονται με τα αποτελέσματα των ευροεκλογών αφού παρά τη συρίκνωση της δύναμη του κόμματος είδαν το μεγαλύτερο εχθρό του ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ, να μένει πολύ μακρυά από τους ούτως ή άλλως πολύ υψηλούς στόχους του. Η δύναμη όμως του ΚΚΕ δεν οφείλεται στη ριζοσπαστικότητά του αλλά στον βαθύ συντηρητισμό του.

Το ΚΚΕ έχει επιλέξει το δρόμο της περιχαράκωσης και του σεχταρισμού ενώ αρνείται ακόμη και την κοινή δράση με τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς αν δεν έχει 100% το πάνω χέρι και τον πλήρη έλεγχο. Δεν είναι τυχαίο ότι «κατά τη διάρκεια του νεολαιίστικου ξεσπάσματος του Δεκέμβρη, εκδήλωσε έντονα συντηρητικά χαρακτηριστικά θέτοντας σε αμφισβήτηση τον όποιο μέχρι σήμερα ριζοσπαστικό του χαρακτήρα» [3], λαμβάνοντας μάλιστα και εύσημα από τον κ. Καρατζαφέρη για τη στάση του αυτή [4]. Η εμμονή του στη λογική της «προδοσίας» του κινήματος, η απουσία κάθε είδους αυτοκριτικής, η πατριωτική στα όρια του εθνικισμού ρητορική βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τον νεοελληνικό μικροαστικό επαρχιωτισμό από τον οποία αντλεί ουσιαστικά τη δύναμή του. Σήμερα θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ΚΚΕ λειτουργεί σαν ανάχωμα σε μια δεξιόστροφη πολιτική έκφραση της κοινωνίας, αύριο όμως θα είναι ένα μεγάλο εμπόδιο στη ριζοσπαστικοποίησή της.

Μαφία

Στον ιδιαίτερο κώδικα τιμής της Μαφίας είναι (ήταν τουλάχιστον) κανόνας η οικογένεια, γυναίκα και παιδιά δηλαδή, αλλά και όποιος δεν μετείχε στις δουλειές τις «οικογένειας», να μένει έξω από τους μαφιόζικους λογαριασμούς. Η οικογένεια ενός «καρφιού» ας πούμε δεν είχε να φοβηθεί την οργή του «κάπο», ενώ αν ο πατέρας βρισκόταν να 'χει κάνει μπάνιο με τσιμεντένια βατραχοπέδιλα η φαμίλια θα φρόντιζε τη χήρα και τα ορφανά.

Στον ιδιαίτερο κώδικα τιμής της ελληνικής δικαιοσύνης, που αρέσκεται ν' ανιχνεύει τα όρια της νομιμότητας, όπου η προφυλάκιση από διοικητικό και όλως εξαιρετικό περιοριστικό μέτρο έχει μετατραπεί σε άτυπη προκαταβολή ποινής, ιδίως σε περιπτώσεις όπου το κατηγορητήριο δεν στέκεται ούτε με μέσον, ανασύρεται από το χρονοντούλαπο η ξεχασμένη από την εποχή του εμφυλίου αρχή της οικογενειακής ευθύνης για να κουκουλώσει τις υπηρεσιακές - ενδεχομένως και τις κυβερνητικές. Έστω κι αν για κατηγορητήριο έπρεπε να επιστρατευτεί ένα μνημείο ασυναρτησίας που σε κάνει ν' αναρωτιέσαι αν ο συντάκτης του έχει τελειώσει έστω και το Δημοτικό.

Ρόζα

Εντοπίστηκε το σώμα της Ρόζας Λούξενμπουργκ; Πολύ πιθανόν. Τόσο που θα έτριζαν τα κόκκαλά της ακούγοντας το Γιωργάκη να επανατοποθετεί το δίλημμα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» στα σημερινά ΠΑΣΟΚικά πλαίσια, ο τάφος της θα εντοπίστηκε μάλλον εύκολα!

Υ.Γ. Λούξεμπουργκ, συντάκτες του TVXS, Λούξεμπουργκ και όχι Λούξε ν μπουργκ.

Κενό

Άγγελος Ελεφάντης
Χρήστος Παπουτσάκης
Μιχάλης Παπαγιαννάκης

Δεν είναι ότι έφυγαν, πρόωρα ίσως, ούτως ή άλλως όλοι φεύγουν κάποτε, είναι ότι αυτοί που έρχονται δεν τους φτάνουν ούτε στο μικρό τους δαχτυλάκι...