Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καπιταλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καπιταλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι Κροίσοι της Κρίσης

Όπως εύστοχα παρατηρεί και ο σ. Χρήστος, σύμφωνα με τη λίστα του Forbes, το 2010, και εν μέσω της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης από το 1930:

  1. Οι δισεκατομμυριούχοι παγκοσμίως είναι 1.011 από 793 πέρυσι, αύξηση 27,5%!
  2. Στις ΗΠΑ (των 7 εκ. χαμένων θέσεων εργασίας) οι δισεκατομμυριούχοι αυξήθηκαν κατά 12,3% και η περιουσία τους κατά 18,2%!
  3. Οι Ευρωπαίοι κροίσοι αυξήθηκαν κατά 26,5% και η περιουσία τους κατά ...50%!
Αναρωτιέστε ακόμη πού θα πάει ο 14ος κι ο 13ος (για την ώρα) μισθός;

Η Προπαγάνδα του Νικητή

Η Ιστορία είναι η προπαγάνδα του νικητή γράφει ο George Monbiot που συμπτωματικά καταπιάνεται κι αυτός με ζητήματα που θίξαμε στο προηγούμενο post. Η πρωταρχική συσσώρευση, η υφαρπαγή των αγρών, η μαζικές εκτοπίσεις, η βίαια προλεταριοποίηση, η εξαθλίωση, η πείνα, οι σφαγές. Όλα αυτά δηλαδή που στην ιστορία γράφτηκαν σαν νίκη της ελευθερίας και της δημοκρατίας από αυτούς που νομίζουν ότι η ελευθερία ταυτίζεται με την ιδιοκτησία (τους).

Και επειδή υποψιαζόμαστε ότι η πρόσφατη αποκατάσταση της σταλινικής εποχής από το Κ.Κ.Ε. θα ξαναφέρει στο προσκήνιο τα εγκλήματα της περιόδου εκείνης, καλό είναι να θυμόμαστε ότι ο Στάλιν απλά μιμήθηκε όσα έκαναν μερικά χρόνια νωρίτερα οι παππούδες των τιμητών του.

Το Φάντασμα της Ελευθερίας

Πρόσφατα, κυκλοφόρησε στα ελληνικά το διάσημο έργο του Φρήντριχ Χάγιεκ «Το Σύνταγμα της Ελευθερίας». Πρόκειται για το βιβλίο που, όπως λέγεται, η Μάργκαρετ Θάτσερ βρόντηξε πάνω στο τραπέζι σ' ένα συμβούλιο του Συντηρητικού Κόμματος λέγοντας «αυτό είναι το πιστεύω μας».

Για προφανείς λόγους το Φάντασμα της Ελευθερίας θα πρέπει να ενδιαφέρεται για κάτι που τιτλοφορείται Σύνταγμα της Ελευθερίας. Πρόκειται για πράγματα εξόχως αντιφατικά, αφού η ελευθερία αντιμετωπίζεται από τη μια σαν ένα φάντασμα που όλο προσπαθούμε να το πιάσουμε κι όλο μας ξεφεύγει κι από την άλλη σαν ένα κανονιστικό πλαίσιο, σαν ένα νομικό κατασκεύασμα που έχει ανάγκη οριοθέτησης. Για κάποιον που αντιλαμβάνεται ότι αδυνατεί να πιάσει την ελευθερία το να θέλουν κάποιοι να τη μαντρώσουν στο καλούπι ενός συντάγματος αποτελεί σαφώς πρόκληση.

Τα ονόματα μπορεί να μην είναι φορείς ουσίας, όμως οι λέξεις είναι φορείς ιστορικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, λέξεις όπως η δικαιοσύνη ή η ελευθερία μεταφέρουν μια ιστορική συνέχεια στην προσέγγιση των εννοιών που εκφράζουν. Θέλω να πω ότι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται την έννοια της δικαιοσύνης αυτός που χρησιμοποιεί τη λέξη δικαιοσύνη (χωρίζω στη μέση) είναι εν τέλει διαφορετικός από αυτόν που χρησιμοποιεί τη λέξη justice (εφαρμόζω το νόμο). Παρ' όλ' αυτά, καθένας χρησιμοποιεί μία λέξη, ένα ιστορικό περιεχόμενο, για να εκφράσει μια αφηρημένη έννοια, όπως τέλος πάντων την προσλαμβάνει στο ιστορικό πλαίσιο που μεγάλωσε. Τι μπορεί να σημαίνει όταν κάποιος χρησιμοποιεί δύο διαφορετικές λέξεις για να εκφράσει την ίδια (την ίδια;) έννοια; Αμηχανία; Σύγχυση; Ή μήπως κάτι άλλο;

Η αγγλική γλώσσα ενσωμάτωσε δύο εντελώς διαφορετικές λέξεις για να εκφράσει την έννοια της ελευθερίας, liberty και freedom. Ο Χάγιεκ στο βιβλίο του δείχνει αναποφάσιστος ποιαν από τις δυο λέξεις να χρησιμοποιήσει. Ενώ στον τίτλο αναφέρεται στην liberty, η freedom κυριαρχεί στo περιεχόμενo. Όχι τυχαία. Η λέξη freedom κυριαρχεί και στο καθημερινό λεξιλόγιο των αγγλοσαξωνικών λαών. Είναι λέξη καθημερινή χρήσης, όταν η liberty έχει να κάνει με μάλλον πολιτικής τάξης αναφορές. Το βιβλίο του Χάγιεκ είναι περισσότερο ένα μανιφέστο με πομπώδη τίτλο (όπου χρησιμοποιεί την liberty) παρά ένα πόνημα πολιτικής φιλοσοφίας όπου η ευρύτερη χρήση της liberty θα ήταν περισσότερο αναμενόμενη. Ότι το Σύνταγμα της Ελευθερίας έχει χαρακτήρα μανιφέστου δεν είναι κατ' ανάγκη κακό. Και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο χαρακτήρα μανιφέστου έχει. Άλλωστε, ο λόγος που ο Χάγιεκ έγραψε αυτό το βιβλίο ήταν μάλλον για να το δει να στέκεται απέναντι στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο - πράγμα που όντως συνέβη τη στιγμή που η Μάργκαρετ Θάτσερ το βρόντηξε πάνω στο τραπέζι.

Γιατί όμως Σύνταγμα της Ελευθερίας; Το σύνταγμα είναι μια νομική κατασκευή, είναι ένα κανονιστικό πλαίσιο. Το σύνταγμα κανονίζει, ρυθμίζει και οριοθετεί. Το σύνταγμα θεσμίζει μια πολιτεία που δεν αυτοθεσμίζεται. Το σύνταγμα βάζει όρια, τραβά γραμμές, θέτει τις βασικές αρχές του κοινού νόμου. Το σύνταγμα είναι πρώτ' απ' όλα νόμος που καλεί σε υποταγή σ' αυτόν. Μιλώντας για Σύνταγμα της Ελευθερίας σημαίνει ότι κανονίζουμε την ελευθερία, τη ρυθμίζουμε και την οριοθετούμε. Σημαίνει ότι υποτάσσουμε την ελευθερία στον νόμο. Ότι τη φυλακίζουμε μέσα σ' ένα κανονιστικό πλαίσιο. Τη φυλακίζουμε; Μα τι δουλειά έχει η ελευθερία μέσα σε μια φυλακή; Μήπως όταν μιλάμε για Σύνταγμα της Ελευθερίας μιλάμε για ακύρωση της ελευθερίας;

Το ότι υπάρχουν δύο λέξεις για την ελευθερία στην αγγλική γλώσσα, θα πρέπει να σημαίνει ότι υπάρχουν και δυο έννοιες με διαφορετικό ιστορικό περιεχόμενο, και άρα σημαινόμενο. Ωστόσο δεν είναι αναγκαίο να προσφύγουμε στη γλωσσολογία για να το ανακαλύψουμε. Ο ίδιος ο Χάγιεκ στο Σύνταγμα κάνει μια θεμελιώδη διάκριση: υπάρχει, λέει, «ελευθερία από» (freedom from) και «ελευθερία να» (freedom to) - για liberty δεν γίνεται λόγος. Η διχοτομία αυτή που προέρχεται κατ' ευθείαν από τον Τζων Στούαρτ Μιλλ και είναι κεντρική στην ιδεολογία του λιμπεραλισμού, παλιού και νέου, συνιστά τομή στη αντίληψη περί ελευθερίας του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Μέχρι τον Μιλλ, η αντίληψη για την ελευθερία, όπως έρχεται κατ' ευθείαν από τον Διαφωτισμό, είναι μία, και συναρτάται με την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, ελευθερία δηλαδή είναι η ελευθερία να πράττεις. Κατά τον Χέγκελ μάλιστα η ελευθερία είναι η ουσιώδης ιδιότητα της βούλησης, το ίδιο ακριβώς που είναι η μάζα για την ύλη. Η τομή φυσικά που εισάγει ο Μιλλ και αναπαράγει ο Χάγιεκ δεν είναι δεδομένη και για τα υπόλοιπα ρεύματα της πολιτικής σκέψης, και ειδικά σε μια διαλεκτική αντίληψη της ελευθερίας η διάκριση αυτή στερείται εντελώς νοήματος.

Η διάκριση που γίνεται σε ελευθερία από και ελευθερία να, δηλαδή σε αρνητική ελευθερία και θετική ελευθερία, δεν γίνεται χωρίς λόγο από τους λιμπεραλιστές στοχαστές. Σύμφωνα με τον Χάγιεκ η ελευθερία που έχει νόημα είναι η αρνητική ελευθερία, μ' άλλα, λόγια η απουσία καταναγκασμού. Η θετική ελευθερία, δηλαδή, η δυνατότητα να πράττει κανείς κατά τη θέλησή του είναι έξω από το πλαίσιο και την αρμοδιότητα της κοινωνίας. Μ' άλλα λόγια, αν σε ρίξουν στη θάλασσα, ελευθερία είναι να έχεις λυτά τα χέρια σου να κολυμπήσεις, κι αν τα καταφέρεις έχει καλώς, αν όχι τότε πρόβλημά σου, το να σου ρίξει κάποιος σωσίβιο είναι εκτός της λογικής του Συντάγματος της Ελευθερίας, ενδεχομένως γιατί το σωσίβιο είναι ιδιοκτησία κάποιου τρίτου.

Η οικονομική διάσταση του παραπάνω παραδείγματος δεν είναι τυχαία. Η διάκριση θετικής και αρνητικής ελευθερίας και η προτεραιότητα της αρνητικής ελευθερίας είναι πάνω απ' όλα οικονομισμός. Το Σύνταγμα της Ελευθερίας είναι μεταξύ άλλων - ή μάλλον πρωτίστως - μια υμνολογία του καπιταλισμού. Η πρωτοκαθεδρία της αρνητικής ελευθερίας έχει να κάνει πρώτ' απ' όλα με την νομιμοποίηση των οικονομικών σχέσεων και των πολιτικών και νομικών θεσμών του καπιταλιστικού συστήματος. Οποιαδήποτε αναφορά σε θετική ελευθερία θα έθετε αυτόματα σε αμφισβήτηση τον καπιταλισμό γιατί πρώτ' απ' όλα θα απονομιμοποιούσε την βάση του, τη λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση.

Η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό θα ήταν αδύνατη χωρίς την «απελευθέρωση» των δουλοπάροικων. Οι δουλοπάροικοι ως γνωστόν ήταν δέσμιοι του φέουδου (δεν μπορούσαν να φύγουν) και όφειλαν εργασία (αγγαρεία) στον φεουδάρχη. Με τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό οι δουλοπάροικοι «απελευθερώνονται» από τα δεσμά του φέουδου και γίνονται ελεύθεροι εργάτες, ελεύθεροι δηλαδή να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη οπουδήποτε. Τα πράγματα βεβαίως δεν είναι τόσο απλοϊκά. Η αρνητική ελευθερία που κατέκτησαν οι δουλοπάροικοι, πιο σωστά, που κατέκτησαν οι αστοί για τους δουλοπάροικους γιατί οι δουλοπάροικοι ουδέποτε ρωτήθηκαν αν θέλουν να «απελευθερωθούν» από τη γη τους, η κατάργηση δηλαδή του καταναγκασμού να είναι πακτωμένοι στο φέουδο συνδυάστηκε με την αποστέρησή τους από μια θετική ελευθερία που είχαν: να καλλιεργούν τη γη όπως νόμιζαν. Οι δουλοπάροικοι μπορεί να μην είχαν την τυπική ιδιοκτησία της γης του φέουδου, αν και είναι ανόητο να συγκρίνουμε εμπράγματα δικαιώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας με τα αντίστοιχα της φεουδαρχικής κοινωνίας, είχαν όμως την νομή της. Ήταν δηλαδή ελεύθεροι να διαθέτουν τη γη όπως νόμιζαν καλύτερα, «με διάνοια κυρίου» που θα 'λεγε κι ένας δικηγόρος. Αυτή την ελευθερία την έχασαν μαζί με την «απελευθέρωσή» τους.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι ανοίγοντας θέμα θετικής ελευθερίας ανοίγει αυτόματα και το ζήτημα της νομιμοποίησης της αλλοτρίωσης των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής, της μορφής που έχει λάβει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας στον καπιταλισμό και τελικά του ίδιου του δικαιώματος της ιδιοκτησίας που είναι βέβαια ο ακρογωνιαίος λίθος της καπιταλιστικής οικονομίας. Θετική ελευθερία σημαίνει περιορισμό στα δικαιώματα ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης όπως τα θεσμοποίησε ο καπιταλισμός- και όχι σε κάποιας άλλης μορφής ελευθερία. Η αναγνώριση της θετικής ελευθερίας αμφισβητεί τη νομιμότητα του ίδιου του καπιταλισμού. Ο λόγος λοιπόν που το Σύνταγμα της Ελευθερίας βάζει μπροστά την αρνητική ελευθερία είναι για να δικαιολογήσει την αποξένωση των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής και το προϊόν το ίδιο, να θεμελιώσει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και να νομιμοποιήσει το καπιταλιστικό σύστημα. Το Σύνταγμα της Ελευθερίας δεν έχει άλλο σκοπό παρά να διαιωνίσει τις παγιωμένες σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.

Στο Μπουνιουελικό Φάντασμα της Ελευθερίας, τόσο στην εναρκτήρια σκηνή, όσο και στη σκηνή του τέλους εξεγερμένοι φωνάζουν «κάτω η ελευθερία!». Στην εναρκτήρια σκηνή είναι Ισπανοί πατριώτες μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα του στρατού του Ναπολέοντα. Στη σκηνή του τέλους είναι Παριζιάνοι διαδηλωτές αντιμέτωποι με την αστυνομία. Και στις δυο περιπτώσεις οι εξεγερμένοι αρνούνται την αρνητική ελευθερία που δεν τους προσφέρεται απλώς, τους επιβάλλεται. Για την κυρίαρχη τάξη η απόρριψη της συνταγματικά θεσμοποιημένης ελευθερίας είναι έγκλημα. Έτσι, η αρνητική ελευθερία του Συντάγματος της Ελευθερίας γίνεται τελικά άρνηση της ίδιας της ελευθερίας. Το Σύνταγμα της Ελευθερίας είναι στην πραγματικότητα ένας ακόμη Δρόμος προς τη Δουλεία.


Δείτε και την άλλη άποψη:
Ο Χάγιεκ και η ελευθερία

Λαχνός

«Πρωτοφανές περιστατικό» χαρακτηρίζει την απόλυση εμποροϋπαλήλου με τη μέθοδο της κλήρωσης ο συντάκτης του «Έθνους». «Αγγίζει τα όρια της παράνοιας», θα πλειοδοτήσει ο πρόεδρος του τοπικού Εργατικού Κέντρου.

Βεβαίως, μια απόλυση ούτε πρωτοφανές περιστατικό είναι ούτε αγγίζει τα όρια της παράνοιας. Ίσως θα 'πρεπε να είναι έτσι, όμως η απόλυση και το φάσμα της απόλυσης είναι η καθημερινότητα πολλών εργαζομένων. Το πρωτοφανές, λοιπόν, περιστατικό, αυτό που αγγίζει τα όρια της παράνοιας είναι ο τρόπος που επέλεξε ο συγκεκριμένος διευθυντής να διαλέξει τον υπάλληλο που θα απέλυε. Την κλήρωση, και μάλιστα μπροστά σε όλους τους υπαλλήλους και υποψηφίους προς απόλυση ταυτόχρονα. Το αναμενόμενο θα ήταν ο συγκεκριμένος διευθυντής την ίδια διαδικασία που έκανε παρουσία όλων να την κάνει κατά μόνας, στο γραφείο του, και κατόπιν να ανακοινώσει στην άτυχη υπάλληλο την απόλυσή της. Επέλεξε να το κάνει δημόσια, και επομένως αμερόληπτα και αδέκαστα. Το γεγονός είναι πρωτοφανές γιατί δεν το έχουμε ξαναδεί, σύμφωνοι, η παράνοια όμως που έγκειται;

Ο ...κρουπιέρης διευθυντής, άθελά του προφανώς, με την ενέργειά του κατέρριψε τον πλέον διαδεδομένο μύθο της αστικής ιδεολογίας. Ότι η επιτυχία - και συνακόλουθα η αποτυχία - είναι  αποκλειστικά ζήτημα θέλησης και ικανοτήτων. Ότι το παρελθόν, η ταξική προέλευση δεν έχουν τίποτε να κάνουν με την προοπτική κάποιου να επιτύχει. Όλοι μπορούν να πετύχουν, να γίνουν κάποιοι, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους ή την ταξική προέλευσή τους αρκεί αν είναι ικανοί, να έχουν θέληση και να είναι αφοσιωμένοι στο στόχο τους. Ο καθένας φτιάχνει την τύχη του, λέει η αστική ιδεολογία, και πάνω σ' αυτήν την αρχή βασίστηκε η οικοδόμηση του καπιταλισμού. Η δυνατότητα που δίνει ο καπιταλισμός στον καθένα να «πιάσει την καλή» είναι και το πιο ισχυρό όπλο του, είναι η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας που έλεγε κι ο Βασίλης Ραφαηλίδης - ο Μπουνιουέλ στη ομώνυμη ταινία του δεν πραγματεύεται ακριβώς αυτό.

Η επιτυχία, λοιπόν, είναι ζήτημα θέλησης και ικανοτήτων, ούτε ταξικής προέλευσης ούτε καν τύχης αφού «όταν θέλουμε κάτι, ολόκληρο το Σύμπαν συνωμοτεί για να μας επιτρέψει να κάνουμε το όνειρό μας πραγματικότητα» που λέει ένας κομπογιαννίτης γραφιάς κι οι απανταχού μπουρζουαζία συνωστίζεται να προσυπογράψει. Ο Μπιλ Γκέιτς κι ο Τζώρτζ Σόρος ας πούμε είναι επιτυχημένοι επειδή είναι ικανοί και προσηλωμένοι στον στόχο τους. Και πώς γνωρίζουμε ότι είναι ικανοί; Μα επειδή είναι επιτυχημένοι, λέει το κυκλικό επιχείρημα. Οι μύθοι ουδέποτε είχαν ανάγκη τη λογική συνέπεια. Κατ' αναλογίαν, η ανεργία είναι απλώς ζήτημα απροθυμίας και φυγοπονίας, μην μεμψιμοιρείτε, καβαλήστε τα ποδήλατά σας και ψάξτε για δουλειές, προέτρεπε κάποιος άλλος τους αμερικανούς τη δεκαετία του 1930. Τον πολύ υπαρκτό κίνδυνο να αποκαλυφθεί ότι ο αριθμός των ανέργων ήταν πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό των προσφερομένων θέσεων εργασίας τον παρέκαμψε αργότερα ο Φρήντμαν με τη θεωρία του περί Natural Rate of Unemployment, ανάγοντας δηλαδή την ανεργία σε φυσικό (natural) μέγεθος ή μάλλον σε στοιχείο της φύσης, κάτι σαν τους σεισμούς και τις θύελλες μ' άλλα λόγια, κι ως γνωστόν το μόνο που μπορείς να κάνεις με τα στοιχεία της φύσης είναι να μάθεις να ζεις μ' αυτά.

Η αστική ιδεολογία όμως δεν αφορά μόνο τους αστούς ή τους επίδοξους αστούς, τόσο αυτούς που πιάνουν την καλή όσο και τους απείρως περισσότερους που πιάνουν το τρίτο το μακρύτερο, η αστική ιδεολογία διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία. Ο εργαζόμενος που βλέπει τον συνάδελφό του να απολύεται, όσο κι αν τον αντιμετωπίζει με συμπάθεια, όσο κι αν ανησυχεί και για την δική του τύχη, ασυνείδητα θεωρεί ότι είναι ικανότερος υπάλληλος από αυτόν που απολύθηκε και γι' αυτό διατήρησε τη θέση του και πως πρέπει να γίνει ακόμη πιο ικανός αν θέλει να συνεχίσει να τη διατηρεί. Ο απολυόμενος υπάλληλος, όσες διαβεβαιώσεις κι αν ακούσει ότι η απόλυση δεν είχε σχέση με την απόδοσή του, με τη συνέπειά του ή τις ικανότητές του, πάντοτε ενδόμυχα θα τον «τρώει» μήπως αν ήταν ακόμη πιο εργατικός, ακόμη πιο αφοσιωμένος δεν θα έχανε τη δουλειά του - κάτι που στην επόμενη δουλειά του θα τον κάνει ακόμη πιο εργατικό και ακόμη πιο αφοσιωμένο. Η απλή όσο και σκληρή αλήθεια ότι στον σύγχρονο τεχνικό καταμερισμό της εργασίας των σχεδόν ταυτόσημα ανειδίκευτων εργαζομένων η απόλυση είναι απλώς ζήτημα συμπτώσεων, δηλαδή καθαρής τύχης, γι' αυτούς που είναι μέχρι τα μπούνια βουτηγμένοι στο παραμύθι της αστικής ιδεολογίας μπορεί να θεωρείται και παράνοια.

Γυρίσματα

Έχει ο καιρός γυρίσματα... Πόσο λοιδωρήθηκαν οι αριστεροί μετά το '90, μετά την κατάρρευση του ανύπαρκτου σοσιαλισμού; Τι γραφικοί χαρακτηρίστηκαν, στην καλύτερη περίπτωση, τι χιτλερίσκοι στη χειρότερη. Ακόμη κι αυτοί που δεν ήθελαν να έχουν την παραμικρή σχέση με τα σταλινικά καθεστώτα. Ακόμη κι αυτοί που κυνηγήθηκαν από τα σταλινικά καθεστώτα. Ποιος τολμούσε να αναφερθεί σε Μαρξ, σε Γκράμσι, σε Αλτουσσέρ ή και στη Φραγκφούρτη ακόμη χωρίς να δεχτεί από συγκαταβατικά χαμόγελα μέχρι περιφρόνηση και χλευασμό. Κι ήρθε η στιγμή που όλο παραμύθι της χρηματοπιστωτικής αγοράς τελείωσε κι η φούσκα έσκασε. Κι αίφνης, όλοι οι προφήτες της απορρύθμισης και του οικονομικού λιμπεραλισμού, οι επίδοξοι νεκροθάφτες του σοσιαλισμού, αυτοί που περιγελούσαν τα «απολιθώματα», βρέθηκαν στην καθόλου ευχάριστη θέση να απολογούνται, αυτοί πλέον, για τα επιτεύγματα της κοσμοθεωρίας τους και να κοιτάζουν αμήχανα το επάρατο κράτος να επεμβαίνει ως από μηχανής θεός για να σώσει το σύστημα ή, ακόμη χειρότερα, να υιοθετούν θέσεις των «απολιθωμάτων», όπως ας πούμε «τον εκδημοκρατισμό του ελέγχου των επιχειρήσεων»!

Ο Αποδιοπομπαίος Κράτος

Τόσες φορές το έχουμε ακούσει τα τελευταία 25 χρόνια, σίγουρα το έχουμε εμπεδώσει: Η ελεύθερη αγορά μπορεί και αυτορρυθμίζεται και την βέλτιστη αποτελεσματικότητα επιτυγχάνει και σε άριστη διανομή της ευημερίας καταλήγει. Για όλα τα δεινά της οικονομίας φταίει πάντοτε ένας και μόνο ένας παράγοντας, οι επεμβάσεις του κακού κράτους. Αυτό είναι το λιμπεραλιστικό δόγμα, μ' αυτό πορεύεται πορευόταν ο κόσμος από τότε που η Θάτσερ κι ο Ρήγκαν ορκίστηκαν να βγάλουν την υφήλιο από το τέλμα του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του '70 - όπου αναλογιζόμενος τι βγήκε εκείνη τη δεκαετία στη μουσική και το σινεμά και τι επακολούθησε, χίλιες φορές ο στασιμοπληθωρισμός!

Το δόγμα αυτό παρέχει ένα βολικότατο άλλοθι σε κάθε στραβοπάτημα του οικονομικού συστήματος. Για τις οικονομικές κρίσεις ποτέ δεν φταίνε οι διαρθρωτικές αδυναμίες ή οι εγγενείς αντιφάσεις του οικονομικού συστήματος, το οποίο αν αφεθεί στην ησυχία του, λέει, είναι τέλειο, αλλά ο πάντοτε καταστροφικός κρατικός παρεμβατισμός. Δεδομένου λοιπόν ότι το κράτος είναι πάντοτε παρόν, και δεδομένου ότι οι λιμπεραλιστές δεν είναι οπαδοί του Μπακούνιν για να ζητούν την κατάργησή του, αφού το θέλουν προστάτη της περιουσίας και θεματοφύλακα του ιερού δικαιώματος της ιδιοκτησίας που είναι ο κινητήριος άξονας της ανάπτυξης, πάντοτε είναι δεδομένος και ο φταίχτης σε κάθε οικονομική κρίση. Είτε επειδή κατάβαζε τα επιτόκια, είτε επειδή τα ανέβαζε, είτε επειδή δεν έκανε τίποτε βλέποντας την οικονομία να πηγαίνει κατά διαόλου.

Το σύμπαν της λιμπεραλιστικής ελεύθερης αγοράς, ή καλύτερα το σύστημα των εξισώσεών της, είναι πλήρως προσδιορισμένο και αρμονικό με μοναδική εξαίρεση έναν εξωτερικό παράγοντα που εισάγει ένα βαθμό ελευθερίας απροσδιοριστίας στο σύστημα: την προσφορά χρήματος την οποία ελέγχουν οι κεντρικές τράπεζες. Προφανώς ένας τέτοιος κρίσιμος για την ισορροπία του οικονομικού συστήματος παράγοντας θα είναι κάτι σαν ανεξάρτητη αρχή ώστε να διατηρεί μια κάποια αυτονομία από την πολιτική εξουσία. Στην πραγματικότητα η κεντρική τράπεζα είναι το σημείο όπου η πολιτική εξουσία συναντά την εξουσία της αγοράς και υπό ένα άλλο πρίσμα είναι το μακρύ χέρι της αγοράς στο πολιτικό επίπεδο. Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κανείς ούτε Μαρξ, ούτε Γκράμσι, ούτε Πουλαντζά, ούτε καν τις σομόν σελίδες των εφημερίδων, και ειδήσεις στο Star να βλέπει αρκεί για να καταλάβει πως όταν μιλά η αγορά η πολιτική εξουσία στέκεται σούζα . Παρ' όλ' αυτά, οι λιμπεραλιστές έχουν την τάση να βλέπουν τόσο το κράτος όσο και τους ιθύνοντες της κάθε κεντρικής τράπεζας περίπου σαν ...εξωγήινους που ανά δέκα - δώδεκα χρόνια, όποτε ξεσπάει μια οικονομική κρίση δηλαδή, εισβάλλουν από το υπερδιάστημα για να κάνουν μπάχαλο ό,τι μεθοδικά έχτιζε η αγορά όλα αυτά τα χρόνια.

Για τους απολογητές της αγοράς λοιπόν, για όλες τις κρίσεις του οικονομικού συστήματος φταίει πάντοτε κάποια κρατική παρέμβαση. Αδιόρθωτο λοιπόν αυτό το κράτος που με τόσες κρίσεις που έχουν συμβεί μυαλό δεν έχει βάλει και δεν αφήνει την οικονομία στην ησυχία της. Βέβαια ο ρόλος του κράτους, σωστότερα, της κεντρικής τράπεζας, στην προσφορά χρήματος δεν αμφισβητείται ούτε από τους λιμπεραλιστές οικονομολόγους, επομένως αυτοί θα έπρεπε να μας εξηγήσουν σε ποιο σημείο ακριβώς μπαίνει το κράτος και χαλάει τη μαγική συνταγή της ισορροπίας. Όμως κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Ίσως γιατί οι αναλύσεις για τις οικονομικές κρίσεις έρχονται πάντα εκ των υστέρων και ως γνωστόν, πας μετά Χριστόν προφήτης γάιδαρος (εκτός από τον Προφήτη), χώρια που τέτοιου είδους αναλύσεις που δεν επιδέχονται διάψευση θα έκαναν το Καρλ Πόππερ, που στ' όνομά του ορκίζονται οι λιμπεραλιστές, να τις απορρίψει ως ψευδοεπιστημονικές. Ίσως, τελικά, απλά να μην υπάρχει καμμία μαγική συνταγή ισορροπίας και οι ενέργειες των κεντρικών τραπεζών να είναι ένα πολύ καλό άλλοθι.

Για να έρθουμε και στη σημερινή κρίση, οι λιμπεραλιστές ισχυρίζονται ότι, σε γενικές γραμμές, ευθύνεται η πολιτική χαμηλών επιτοκίων και επεκτατικής νομισματικής πολιτικής, η μεγάλη ρευστότητα δηλαδή. Όποιος έχει μνήμη θα θυμάται ότι η πολιτική χαμηλών επιτοκίων της Fed ξεκίνησε μετά το μπαμ της φούσκας των dot-com, δηλαδή, όταν ακριβώς ήταν αναμενόμενο να ενισχυθεί η ρευστότητα. Παρένθεση: η κρίση των dot-com πώς προκλήθηκε αγαπητοί λιμπεραλιστές αφού η Fed τότε ακολουθούσε πολιτική υψηλών επιτοκίων; Θα θυμάται επίσης πώς η αγορά κρεμόταν από τα χείλη του Αλαν Γκρήνσπαν με την προσδοκία να μειωθούν τα επιτόκια μπας και κουνηθεί λιγάκι η χειμαζόμενη αμερικανική οικονομία και ελεεινολογούσε τον Ζαν Κλωντ Τρισέ για την πολιτική υψηλών επιτοκίων της ΕΚΤ που είχε σπρώξει την ευρωπαϊκή οικονομία σε τροχιά ύφεσης. Η αγορά πίεζε για αυξημένη ρευστότητα και αυτό που έκανε η Fed ήταν να εισακούσει την αγορά. Οι λιμπεραλιστές μας λένε ότι η Fed δεν έπρεπε να εισακούσει την αγορά - ίσως για να μπορούν να την κατηγορούν μετά για την ύφεση που κατά πάσα πιθανότητα θα είχε ενσκήψει.

Οι απολογητές της αγοράς συνδέουν άμεσα την σημερινή κρίση με τη χρεοκοπία της Fannie Mae και του Freddie Mac που τις χαρακτηρίζουν τουλάχιστον ημικρατικές τράπεζες, πράγμα εντελώς αναληθές αφού και οι δύο ήταν 100% μετοχικές εταιρείας (stockholder-owned corporations) παρ' όλο που ιδρύθηκαν από το κράτος (government sponsored enterprises), αν όμως θεωρηθούν κρατικά ελεγχόμενες ενισχύεται η άποψη ότι για την κρίση ευθύνεται το κράτος, έτσι δεν είναι; Πέραν του αναληθέστατου αυτού ισχυρισμού, οι απολογητές της αγοράς έχουν προφανώς ξεχάσει (μα μνήμη χρυσόψαρου έχουν;) ότι τα προεόρτια της κρίσης ξεκίνησαν εδώ και ένα χρόνο με τη χρεοκοπία της Northern Rock αρχικά και της Bear Stearns κατόπιν. Από την άλλη μεριά, αν το πρόβλημα ήταν μόνο τα δυο άσωτα αδελφάκια, η Fannie κι ο Freddie, η εξαγορά τους από το αμερικανικό δημόσια θα ήταν αρκετή (όπως ήταν αρκετή η εγγύηση του ελληνικού δημοσίου για την Τράπεζα Κρήτης για να μην τιναχτεί στον αέρα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα), όμως αποδείχτηκε ότι δεν ήταν κι αυτό σημαίνει πως τα αίτια της κρίσης ήταν αλλού. Για την υψηλή ρευστότητα, τον άλλο σημαντικό κατά τους λιμπεραλιστές παράγοντα, είπαμε ήδη πως ήταν απαίτηση της αγοράς. Αν η Fed κρατούσε ψηλά τα επιτόκια μετά την κρίση των dot-com τότε η αμερικανική οικονομία θα βρισκόταν ήδη από το 2002 σε ύφεση.

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν τα κράτη ακολουθούσαν τις προτάσεις των λιμπεραλιστών και άφηναν το χρηματοπιστωτικό σύστημα στην τύχη του, αν μ' άλλα λόγια άφηναν εκτός από τη Lehman Brothers να χρεοκοπήσουν και τα δυο αδελφάκια Fannie και Freddie, η AIG, η Wachovia, η Merill Lynch, η Morgan Stanley και ποιος ξέρει πόσα ακόμη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και να τιναχτούν στον αέρα οι αποταμιεύσεις και οι συντάξεις ποιος να ξέρει πόσων ανθρώπων. Σίγουρα το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα ξεκαθάριζε, μόνο που κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα «καθάριζαν» οι απελπισμένοι αποταμιευτές και ασφαλισμένοι αν έπαιρναν τα όπλα - δίνοντας την ευκαιρία στους λιμπεραλιστές να κατηγορήσουν για μια ακόμη φορά το κράτος για την ανικανότητά του να υπερασπιστεί το ύψιστο αγαθό της περιουσίας και του δικαιώματος της ιδιοκτησίας!

Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!

Τα 'χουν χαμένα οι απολογητές του συστήματος ή μου φαίνεται; Τι είναι αυτά μου μας λένε τώρα; Ότι είναι αναγαίο είναι να υπάρξει κοινωνικός έλεγχος των επιχειρήσεων; Τι αναρχοκομμουνιστικά πράγματα είναι αυτά; Δυο - τρεις τράπεζες να χρεοκοπήσουν ακόμη και θα μας πουν ότι η διεύθυνση των επιχειρήσεων πρέπει να περάσει σε εργατικά συμβούλια!

Ευτυχώς που το αμερικανικό κογκρέσσο συνεχίζει να κρατά ψηλά το λάβαρο του οικονομικού φιλελευθερισμού και να επισείει το κίνδυνο η Αμερική να γίνει σοβιετική δημοκρατία άμα περάσουν τα μέτρα που εισηγείται «η τρόικα των μπολσεβίκων» Μπους, Πώλσον και Μπερνάκε.

Από την άλλη βέβαια πώς να δώσει κανείς βάση στα όσα λένε οι νεολιμπεραλιστές όταν δεν έχουν αποφασίσει ακόμη αν για την μεγάλη κρίση του '29 έφταιγε η υπερβολική ρευστότητα (Hayek, Rothbard) ή η περιορισμένη ρευστότητα (Friedman, Bernanke)! Όπως και νάχει το πράγμα οι οποιοι επίγονοι των σημερινών νεολιμπεραλιστών θα έχουν έτοιμη την εξήγηση για τη σημερινή κρίση: δεν θα φταίνε οι δομικές αντιφάσεις του συστήματος αλλά οι κακοί χειρισμοί της FED στην προσφορά χρήματος. Την ίδια στιγμή το σύστημα συνεχίζει να πορεύεται πάνω στη μόνη αμετακίνητη σταθερά του: τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται, οι ζημιές κοινωνικοποιούται.

Υ.Γ. Εκείνο το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ», το 'χε ρίξει ο Φρίντμαν;

Θεωρίες Συνωμοσίας Mk.II

Επαγγελματίες απ' το ίδιο σινάφι σπάνια συναντιούνται, ακόμη και να ευθυμήσουν ή να ξεδώσουν, αλλά και τότε οι συζητήσεις τους καταλήγουν σε μια συνωμοσία εναντίον του κοινού ή σε κάποιο τέχνασμα για ν' αυξήσουν τις τιμές.
Adam Smith, Ο Πλούτος των Εθνών
Το 1944 κι ενώ ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνοταν ακόμη, αντιπρόσωποι των Συμμάχων, έχοντας πλήρη επίγνωση πως τα αίτια των δύο μεγάλων πολέμων ήταν οικονομικά, μαζεύτηκαν στο Bretton Woods των Η.Π.Α. και κατέληξαν στην ομώνυμη συμφωνία που θα καθόριζε, υποτίθεται, το μεταπολεμικό παγκόσμιο οικονομικό πλαίσιο και θα θεμελίωνε το κράτος ευημερίας. Η σύνοδος του Bretton Woods ήταν ο θρίαμβος της Κεϋνσιανής σχολής των οικονομικών, όμως τόσο ο Λόρδος Keynes όσο κι οι υπόλοιποι σύνεδροι λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο.

Τρία χρόνια μετά, τον Απρίλη του 1947, σ' ένα Ελβετικό θέρετρο, το Mont Pelerin, μαζεύτηκαν οι επιφανέστεροι από τους «αντιφρονούντες» οικονομολόγους, η αφρόκρεμα της Αυστριακής σχολής με επικεφαλής τον πολύ Friedrich Hayek, και κάμποσοι ακόμη «συνοδοιπόροι». Ο θριαμβεύων κεϋνσιανισμός τούς έπεφτε πολύ βαρύς. Αν και ουσιαστικά δεν αμφισβητούσε τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ωστόσο δεν άφηνε περιθώρια στην άρχουσα τάξη να κερδοσκοπεί στο βαθμό που κερδοσκοπούσε παλιότερα. Η παρέα αυτή λοιπόν, που έβλεπε τις θεωρίες της να ξεφτίζουν και τα μέλη της να περιθωριοποιούνται, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Άρχισε λοιπόν να μεθοδεύει το ροκάνισμα του κράτους ευημερίας και την επαναφορά στο προσκήνιο των δικών της ιδεών της, με άλλο περιτύλιγμα βεβαίως, καθώς επρόκειτο για ιδέες που ήδη είχαν χρεοκοπήσει ιστορικά. Το περιτύλιγμα αυτό θα ονομαζόταν Νεολιμπεραλισμός.

Ο Hayek είχε πολύ σωστά διαβλέψει πως το εγχείρημα της Εταιρείας του Mont Pelerin, όπως ονομάστηκε η παρέα, θα εύρισκε πρόθυμους και μάλιστα εύπορους υποστηρικτές - πράγματι, αυτοί απέδειξαν την υποστήριξή τους ιδρύοντας διάφορα ευαγή ιδρύματα που ακούνε σε ονόματα όπως Heritage Foundation, Ινστιτούτο Hoover, Ινστιτούτο Adam Smith κλπ. Το Πανεπιστήμιο του Σικάγο, ιδιοκτησίας του Ιδρύματος Ροκφέλλερ, έγινε το κέντρο επιχειρήσεων στον πόλεμο να αποδομηθεί ο κεϋνσιανισμός ενώ αρχιστράτηγος ορίστηκε ένας χαρισματικός οικονομολόγος ονόματι Milton Friedman. Η υπερπροβολή που απολάμβανε καθιστούσε ασάλευτα επιστημονικά δόγματα τα ευφυολογήματα που παρουσιάζονταν ως θεωρίες και οι αστείρευτοι πόροι που διέθετε αρκούσαν για να ξεφτίσουν και τον πλέον στέρεο επιστημονικό αντίλογο.

Ο Hayek είχε προβλέψει ότι θα έπρεπε να περιμένουν μια ολόκληρη γενιά μέχρι ν' αποδώσει καρπούς ο πόλεμος κατά του κράτους ευημερίας. Πράγματι, 33 χρόνια μετά την ίδρυση της Εταιρείας του Mont Pelerin στη Βρετανία αναλάμβανε την πρωθυπουργία η Μάργκαρετ Θάτσερ και στις Η.Π.Α. εκλεγόταν πρόεδρος ο Ρόναλντ Ρήγκαν.

Κάπως έτσι φαίνεται να γράφτηκε η ιστορία μάς λέει ο George Monbiot, δημοσιογράφος της Guardian, σε πρόσφατο άρθρο του παρουσιάζοντας το βιβλίο του David Harvey, Σύντομη Ιστορία του Νεολιμπεραλισμού. Το άρθρο του αναδημοσιεύει σχεδόν αυτούσιο η Καθημερινή, ενώ ανάλογη παρουσίαση θα βρείτε και στην Ελευθεροτυπία. Όπως μας περιγράφει ο καλός δημοσιογράφος (που διατηρεί και blog) βασιζόμενος στο βιβλίο του Harvey, απ' ό,τι φαίνεται, η άνοδος του νεολιμπεραλισμού δεν οφείλεται στις αδυναμίες (στις αντιφάσεις, αν θέλετε) του μεταπολεμικού κράτους ευημερίας αλλά στην εφαρμογή ενός προσεκτικού σχεδίου από την άρχουσα τάξη να επανακτήσει τη θέση (διάβαζε μερίδιο του παγκόσμιου πλούτου) που είχε πριν η κρίση του 1929 και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος την υποχρεώσουν σε σημαντικές εκπτώσεις από το δόγμα της μεγιστοποίησης των κερδών.

Νομίζω πως είναι εύλογο πια ν' αναρωτιόμαστε αν η κρίση στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του '70 που οδήγησε στην κατάρρευση του κράτους ευημερίας ήταν προϊόν αδυναμιών και εσωτερικών αντιφάσεών του ή προήλθε τεχνητά. Αν η πετρελαϊκή κρίση του 1973 ήταν τεχνητή ή όχι. Για ποιο λόγο οι Η.Π.Α., επί προεδρίας Νίξον, αν και ήταν ο πυλώνας του αποχώρησαν μονομερώς από το σύστημα του Bretton Woods οδηγώντας το στην κατάρρευση. Για ποιο λόγο δεν υλοποιήθηκε το σχέδιο για ένα παγκόσμιο νόμισμα που προέβλεπε αρχικά η συμφωνία του Bretton Woods. Άραγε, όλα αυτά ήταν αδυναμίες του συστήματος ή μήπως το κράτος ευημερίας κατέρρευσε στη δεκαετία του '70 εξαιτίας ενός αθόρυβου, αλλά συστηματικού και καλοσχεδιασμένου ροκανίσματος των θεμελίων του; Νομίζω πως η Σύντομη Ιστορία του Νεολιμπεραλισμού θα μας υποχρεώσει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπ' όψη τη δεύτερη εκδοχή.

Συνακόλουθα, θα πρέπει ν' αναλογιστούμε κατά πόσον οι κυρίαρχες θεωρήσεις στις οικονομικές, και γενικότερα στις κοινωνικές επιστήμες, είναι προϊόν της επιστημονικής έρευνας, της επιστημονικής κριτικής και του επιστημονικού διαλόγου και όχι προϊόν συγκεκαλυμμένης και ενορχηστρωμένης προπαγάνδας. Και μετά μας λένε ότι τα πανεπιστήμια πρέπει να είναι ανταγωνιστικά...

Καπιταλισμός ή Δημοκρατία;

Έχει ανάγκη ο καπιταλισμός τη δημοκρατία; Αν πιστέψουμε τους φιλελεύθερους διανοητές, η οικονομική ελευθερία που προϋποθέτει ο καπιταλισμός οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην πολιτική ελευθερία, και κατ' επέκταση στη δημοκρατία. Οικονομισμός ολκής, για τον οποίο έχει ελεεινολογηθεί, όχι εντελώς άδικα, και η μαρξιστική σκέψη με τις εσχατολογικές προβλέψεις της. Παραδόξως, αυτή η οικονομίστικη αντίληψη συνεχίζει να είναι πλατιά διαδεδομένη - στους νεολιμπεραλιστικούς κύκλους, να εξηγούμαστε.



Όμως η ιστορία (όχι αυτή της 6ης Δημοτικού) αποκαλύπτει ότι ο καπιταλισμός τα πάει πολύ καλά με αυταρχικά, ανελεύθερα καθεστώτα. Ίσως, μάλιστα, να τα πηγαίνει πολύ καλύτερα μ' αυτά. Η ναζιστική Γερμανία, η Χιλή του Πινοτσέτ, η μεταπολεμική Κορέα, η Ταϊβάν, αλλά και η μετα-κομμουνιστική Κίνα (όπου εδώ το «μετα» έχει την έννοια του περάσματος σε «άλλη διάσταση») το αποδεικνύουν. Μας το επιβεβαιώνει και το άρθρο της International Herald Tribune που αναδημοσίευσε η Κυριακάτικη «Καθημερινή». Καπιταλισμός και Δημοκρατία δεν είναι συμπληρωματικές κατηγορίες.



Εμείς θα πηγαίναμε την προβληματική αυτή ένα βήμα παραπέρα και θα ισχυριζόμασταν ότι είναι ακριβώς τα αυταρχικά καθεστώτα που ευνοούν την ανάπτυξη του καπιταλισμού - στη σημερινή φάση ανάπτυξής του τουλάχιστον. Όσο για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης, κάθε μέρα που περνά αποδεικνύεται ότι ο φιλελευθερισμός κι η δημοκρατικότητά τους είναι απλά ευφημισμός. Ίσως να έχετε πληροφορηθεί για την πετυχημένη προσπάθεια να φιμωθεί Νόρμαν Φινκελστάιν, που δίδασκε στο πανεπιστημίου ΝτεΠωλ στο Σικάγο, έχει γράψει σχετικά ο Eξαποδώ κι ο Γ. Αγγελόπουλος στα Νέα. Τελικά, τα αυταρχικά καθεστώτα και οι «φιλελεύθερες δημοκρατίες» διαφοροποιούνται μόνο κατά τα μέσα που μετέρχονται.